ζαρώνω


ζαρώνω
[зароно] р. морщить, мять, комкать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζαρώνω" в других словарях:

  • ζαρώνω — ζαρώνω, ζάρωσα, ζαρωμένος βλ. πίν. 3 Σημειώσεις: ζαρώνω : στα λεξικά αναφέρεται και παθητική φωνή (ζαρώνομαι), η οποία δε συνηθίζεται. Το ρ. σημαίνει και → κάνω κάτι ν αποκτήσει ζάρες και → αποκτώ ζάρες …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ζαρώνω — (Μ ζαρώνω) 1. αποκτώ ρυτίδες, ρυτιδώνομαι («ζάρωσε το πρόσωπό του») 2. κάνω κάτι να ζαρώσει, πτύσσω, τσαλακώνω 3. μαζεύομαι, συρρικνούμαι από φόβο, ντροπή ή ψύχος νεοελλ. 1. φρ. «ζαρώνω τα φρύδια» συνοφρυώνομαι, δυσφορώ 2. (μτχ. μέσ. παρακμ.)… …   Dictionary of Greek

  • ζαρώνω — ζάρωσα, ζαρώθηκα, ζαρωμένος 1. μτβ., κάνω κάτι να ζαρώσει: Μου ζάρωσες το πουκάμισο. 2. αμτβ., αποκτώ ζάρες: Ζάρωσε το μέτωπό μου. 3. συμμαζεύομαι από φόβο ή ντροπή: Ζάρωσε σε μια γωνιά φοβισμένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζαροκοιλιάζω — ζαρώνω από καχεξία, καμπουριάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζάρα + κοιλιάζω (< κοιλιά)] …   Dictionary of Greek

  • καταπτήσσω — και καταπτώσσω (AM) 1. κάθομαι συνεσταλμένος, μαζεμένος από φόβο, ζαρώνω 2. δεν εμφανίζομαι από φόβο, δεν εκδηλώνομαι από δειλία 3. είμαι φοβισμένος από κατάπληξη, εκπλήττομαι 4. κρύβω τον εαυτό μου, μένω ζαρωμένος κάπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + …   Dictionary of Greek

  • κράμβος — (I) κράμβος, η, ον (Α) 1. ξηρός 2. (για ήχο) βροντώδης («ἀπὸ κραμβοτάτου στόματος μάττων ἀστειοτάτας ἐπινοίας», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *(s)kreb(h) «ζαρώνω, κυρτώνω». Το φωνήεν α αποτελεί μάλλον στοιχείο τής λαϊκής γλώσσας, ενώ η… …   Dictionary of Greek

  • πτήσσω — και αιολ. τ. πτάζω Α 1. εμβάλλω φόβο σε κάποιον, φοβίζω κάποιον («πτῆξε δὲ θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν», Ομ. Ιλ.) 2. καθιστώ κάτι φοβερό («ζυγὸν πτῆξαι», Παύλ. Σιλ.) 3. (αμτβ.) ζαρώνω, μαζεύομαι από φόβο (α. «πτῆξε δὲ ποικίλα φῡλά τε θηρῶν»,… …   Dictionary of Greek

  • πτωσκάζω — και πτωκάζω Α ζαρώνω, μαζεύομαι από φόβο. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. τού ρ. πτώσσω «ζαρώνω, μαζεύομαι από φόβο», σχηματισμένος κατά το ἀλυσκάζω (< ἀλύσκω) πιθ. μέσω αμάρτυρου *πτώσκω. Ο τ. πτωκάζω είναι εσφ.] …   Dictionary of Greek

  • ρυσώ — (I) άω, Α [ῥυσός] ρυτιδώνομαι, γεμίζω ζάρες, ζαρώνω. (II) όω, ΜΑ [ῥυσός] 1. (μτβ.) σχηματίζω ρυτίδες σε μια επιφάνεια, ζαρώνω, ρυτιδώνω 2. (η μτχ. θηλ. πληθ. παθ. παρακμ.) αἱ ῥερυσωμέναι (για τις χελώνες) αυτές που έχουν ρυτιδωμένο δέρμα …   Dictionary of Greek

  • συρρικνώνω — Ν 1. ζαρώνω, μαζεύω 2. μτφ. περιορίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ρικνώνομαι «γίνομαι ρικνός, ζαρώνω». Η λ., στον λόγιο τ. συρρινοῦσθαι, μαρτυρείται από το 1839 στον Ιω. Ορλάνδο] …   Dictionary of Greek